Κάποτε, ένας νεαρός μαθητής που ήθελε να μάθει τι αξίζει πραγματικά, πλησίασε τον δάσκαλό του με το πρόσωπο σκυθρωπό και την ψυχή βαριά. «Δάσκαλε», είπε με τρεμάμενη φωνή, «νιώθω πως η αξία μου είναι μηδαμινή. Όλοι με υποτιμούν, με προσπερνούν σαν να είμαι αόρατος. Άλλοτε με διώχνουν σαν να είμαι κάτι περιττό, πως δεν είμαι ικανός για τίποτα και μου λένε πως δεν πρόκειται να καταφέρω τίποτα. Πώς μπορώ να καταλάβω τι αξίζω;»
Ο σοφός, δίχως να πει λέξη, έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό, σκονισμένο νόμισμα. Ήταν μια χρυσή λίρα, που η λάμψη της είχε χαθεί κάτω από το πέπλο του χρόνου.
«Θα σε βοηθήσω», είπε ο γέροντας, «αλλά πρώτα πρέπει να με βοηθήσεις εσύ. Πάρε αυτό το νόμισμα και πήγαινε στην κεντρική αγορά. Προσπάθησε να το πουλήσεις για να ξεπληρώσω ένα χρέος. Όμως, άκουσε την εντολή μου: μην το δώσεις για λιγότερο από ένα χρυσό φλουρί.»
Ο νεαρός πήρε τη λίρα και έτρεξε στο παζάρι.
Πλησίασε εμπόρους υφασμάτων, πλανόδιους πωλητές και πραματευτάδες. Μόλις τους έδειχνε το θαμπό νόμισμα και ζητούσε ένα χρυσό φλουρί, οι περισσότεροι ξέσπαγαν σε γέλια.
«Ένα χρυσό φλουρί γι’ αυτό;» έλεγαν με χλευασμό. «Παιδί μου, είναι παλιό και βρώμικο. Σου δίνουμε δύο χάλκινα δεκάρια και πολύ σου είναι». Ένας ηλικιωμένος έμπορος, βλέποντας την αγωνία του, του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα από οίκτο, αλλά ο νεαρός αρνήθηκε, θυμούμενος την εντολή του δασκάλου του. Επέστρεψε στον σοφό απογοητευμένος: «Δάσκαλε, κανείς στην αγορά δεν βλέπει την αξία του. Για εκείνους, είναι απλώς ένα άχρηστο μέταλλο».
Ο σοφός χαμογέλασε ήρεμα. «Πριν το πουλήσουμε, πρέπει να μάθουμε την αληθινή του αξία. Πήγαινε τώρα στο εργαστήρι του μεγάλου κοσμηματοπώλη. Εκείνου που ξέρει να διαβάζει τα μέταλλα. Μην το πουλήσεις, απλώς ρώτα τον τι αξίζει».
Ο νεαρός μπήκε στο παλιό, αρχοντικό κοσμηματοπωλείο. Ο τεχνίτης πήρε τη λίρα στα χέρια του, την καθάρισε προσεκτικά με ένα μεταξωτό πανί και την εξέτασε κάτω από το φως της λάμπας με τον μεγεθυντικό του φακό. Μετά από λίγη ώρα, σήκωσε το βλέμμα του εντυπωσιασμένος: «Πες στον δάσκαλό σου πως, αν βιάζεται, μπορώ να του δώσω εκατό χρυσά φλουριά αυτή τη στιγμή. Αν όμως περιμένει, η αξία αυτού του σπάνιου νομίσματος είναι ανυπολόγιστη».
Όταν ο νεαρός επέστρεψε και διηγήθηκε τα καθέκαστα, ο σοφός πήρε το νόμισμα πίσω και του είπε:
«Εσύ, παιδί μου, είσαι αυτή η χρυσή λίρα. Ένας θησαυρός πολύτιμος και μοναδικός. Όμως, έκανες το λάθος να περιμένεις από τους ανθρώπους του παζαριού να αναγνωρίσουν την αξία σου. Εκείνοι οι άνθρωποι κρίνουν με βάση τη δική τους άγνοια, τη δική τους περιορισμένη ματιά και το χαμηλό τους επίπεδο. Δεν έχουν τη γνώση, ούτε την πνευματική καλλιέργεια να δουν το χρυσάφι πίσω από τη σκόνη.
Μην επιτρέπεις ποτέ σε ανθρώπους χαμηλού επιπέδου να ορίζουν την τιμή της ψυχής σου. Αν βρεθείς σε ένα περιβάλλον που σε υποτιμά, δεν σημαίνει ότι εσύ δεν είσαι άξιος, αλλά ότι εκείνοι είναι ανίκανοι να σε εκτιμήσουν. Η αξία σου είναι δεδομένη, το μόνο που χρειάζεται είναι να σταματήσεις να την επιδεικνύεις σε αυτούς που ξέρουν να μετρούν μόνο χπενταροδεκάρες και να αναζητήσεις εκείνους που ξέρουν να εκτιμούν το αληθινό χρυσάφι».



